Σάββατο 24 Μαΐου 2014

(3. ΤΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ) ΧΑΖΙ ΣΤΟ ΠΑΛAΙΟ ΠΑΖΑΡΙ

Η γειτονιά που θα περιηγηθούμε τώρα είναι το παλιό παζάρι στην καρδιά του Αργυροκάστρου και η πραμάτεια που έχει να επιδείξει είναι λιτή, συχνά ακατέργαστη και χειροποίητη...

Ορισμένα από τα τοπικά προϊόντα που σόκαραν την Ιβάννα:
Η ύπαρξη της μούρης του Χότζα σε κούπα την άφησε speechless, γιατί ούτε καν είχε διανοηθεί να φανταστεί την ύπαρξη αυτού του σουβενίρ -κι επειδή σιγά να μην αγόραζε κανείς ένα τέτοιο προϊόν, εκτός από εκείνην! Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε στο μαγαζί, για να τσεκάρει και την υπόλοιπη πραμάτεια. Και το καλύτερο; Στα ενδότερα, υπήρχε και μοντέλο Σαλή Μπερίσα. Εννοείται ότι τα τίμησε και τα δύο. Στο τσακ ήταν να κτυπήσει και τρίτη κούπα, με τον Χότζα σε ασπρόμαυρη βερσιόν, πολύ σικ, στα κασμίρια του σφιγμένο. Το άφησε όμως αυτό το απόκτημα για κάποια άλλη φορά. Η τιμή τους (τουριστική βέβαια, γιατί ποιος άλλος θα αγόραζε;) ήταν γύρω στα 3 ευρώ έκαστο. Χαλάλι!

 Λίγο παραδίπλα, τολμηροί στυλιστικοί συνδυασμοί για την άνοιξη-καλοκαίρι 2014.

Τα πλεκτά κι η σημαία της Αλβανίας (ενίοτε ο συνδυασμός και των δύο)
έχουν την τιμητική τους σε όλα τα μαγαζάκια με σουβενίρ.

Ο καιρός ήταν καπριτσιόζος, όμως κι η Ιβάννα καλά οργανωμένη, με ομπρέλα στα εθνικά χρώματα της Αλβανίας, αδιάβροχες μπότες κι όλα τα σέα. Είχε περάσει ήδη πάνω από μια ώρα που ήταν στο πόδι χωρίς σταματημό, κι είχε αρχίσει πια να βαριέται αυτές τις ατέλειωτες γυροβολιές. Αποφάσισε λοιπόν ότι ήλθε η ώρα για μια στάση για καφέ, στέγνωμα και ανασύνταξη.

Καφετέρια με την ελληνική, σύγχρονη έννοια του όρου -όπως εμείς την ορίζουμε από τουλάχιστον τη δεκαετία του '90- δεν υπήρχε, όσο κι αν έψαξε πέρα δώθε, στη συνοικία του παλιού παζαριού. Mόνο μια εντόπισε, με σκουρόχρωμο ντεκόρ, που ίσως...μπορεί...αλλά μάλλον ήταν κλειστή για πάντα. Τα τοπικά στέκια, όπως κι η γενικότερη αύρα του μέρους, της θύμιζαν έντονα ένα μεγάλο Πομακοχώρι της Ξάνθης, κι αλλοτινές εποχές, που δεν είχε προλάβει να ζήσει και πιθανώς να είχε δει μόνο σε ελληνική ταινία. Τα περισσότερα καφενεία ήταν εκείνη την ώρα κλειστά. Ένα ζαχαροπλαστείο, -που την έψηνε ακόμα περισσότερο για επίσκεψη, γιατί ήθελε διακαώς να δοκιμάσει τοπικά γλυκά- κλειστό κι αυτό. Παρατηρώντας στα πεταχτά, διαπίστωσε ότι όλα τα καφέ-μπαρ ήταν λιτά, χωρίς ελκυστική διακόσμηση, είχαν μόνον τα βασικά κι απολύτως απαραίτητα.  Αποφάσισε να μπει σ' αυτό που είχε την περισσότερη κίνηση και ζωντάνια, και δύο τηλεοράσεις για να έχει κάτι να χαζεύει, όσο θα διαρκούσε αυτή η στάση.

Μπαίνοντας, η αίσθηση του "παλιού" έγινε όλο και πιο έντονη, από την βαριά ατμόσφαιρα, ποτισμένη με πίσσα και νικοτίνη, χωρίς εξαερισμό, που επικρατούσε στον καφετεριο-καφενέ. 2-3 αντρικές παρέες, καθισμένες εδώ και κει, κάπνιζαν αρειμανίως αμερικάνικα τσιγάρα, χωρίς σταματημό. Κατάλαβε ότι δε θα άντεχε πολύ εκεί μέσα. Παρήγγειλε ένα εσπρεσσάκι στα γρήγορα. Το μαγαζί αυτό δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανό να σε προσελκύσει για να αράξεις με τις ώρες, να πιεις τον καφέ σου, να διαβάσεις την εφημερίδα, να κουτσομπολέψεις με τις φίλες σου ή να αράξεις ρομαντικά με το αμόρε σου.

Τι θα μπορούσε να κάνει σ'αυτή την πόλη; Οι επιλογές ήσαν πολύ λίγες, ειδικά μ' αυτόν τον παλιόκαιρο έξω. Σκεπτόταν για να βρει τη λύση, όσο έπινε τον μερακλίδικο εσπρεσσάκι που της έφερε τάχιστα ο γκαρσόν, πολύ προβληματισμένη για το μέλλει γενέσθαι εκείνου του βροχερού και σκυθρωπού απογεύματος. Η επιλογή ήταν τελικά μια, κι ας έβρεχε. Θα πήγαινε σίγουρα στο Κάστρο, και μετά όλο και κάτι θα βρισκόταν.

Τιμοκατάλογος δεν υπήρχε. Η Ιβάννα σηκώθηκε μόνη της για να πληρώσει, στα μουγγά, ακουμπώντας στην τύχη, διστακτικά, ένα 200ρικο λεκ στη μπάρα. Ο σερβιτόρος-μπάρμαν, της έδωσε πίσω κάτι κέρματα. Από τα ρέστα της, κατάλαβε ότι η τιμή του καφέ, ήταν στα 50 λεκ. Ούτε μισό ευρώ δεν ήταν, όμως το περιβάλλον στο οποίο τον έπινες δεν θα το 'λεγες και ειδυλλιακό, κι ούτε σε προδιάθετε να ξαναγυρίσεις πρόθυμα.

Βγαίνοντας στον πηγαιμό για το Κάστρο, έμελλε να την βρει το δεύτερο σοκ, μετά τον Ενβέρ Χότζα:
Δε διακρίνονται καλά -γιατί η Ιβάννα έβγαλε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη φωτό, προτού προλάβει να πεταχτεί ο ξυλογλύπτης-καλλιτέχνης και της ζητήσει και τα ρέστα. Ω Θεοί, δεν γλιτώνεις από τη νεοελληνική μάστιγα, ούτε καν στο Αργυρόκαστρο! Tέλος πια στη δικτατορία του Ρουβά και της Μενεγάκη!!! Αν είναι δυνατόν, ακόμα κι εδώ..;

Υ.Γ. Βλέπω καλά; Και Θεοδοσία Τσάτσου παραπέρα; Πολύ ιδιαίτερη επιλογή του μερακλή καλλιτέχνη, αν μη τι άλλο....... και στην επόμενη επίσκεψη θα ερωτηθεί για τις προτιμήσεις του!

Μετά απ' αυτό το θέαμα που αποσυντονίζει πρόσκαιρα, ας γυρίσουμε και πάλι στα τοπικά: πολύ περίεργο κ μπρουτάλ το εμπόρευμα (;), αλλά κι η βιτρίνα του Artizanet e Antigonese...

Το καλύτερο όμως, μαζί με την κούπα Χότζα, ήταν αυτό που αντίκρισε σε ένα (μάλλον) παλαιοπωλείο: "πιο vintage πεθαίνεις" ραδιόφωνα και τρανζίστορ! Απόλυτα συλλεκτικά κομμάτια εγχώριας παραγωγής, μάρκας Urt Durrës και Mimoza, για τα οποία όμως δυστυχώς δε μπόρεσε να αποσπάσει περαιτέρω πληροφορίες, γιατί το μαγαζί ήταν κλειστό...

Το απόλυτο ράδιο-κειμήλιο Mimoza. Πιάνει όλα τα καλά: Αθήνα, Σκόπια, 
Τίρανα, Βατικανό!!!

ON THE WAY TO THE ΚΑΣΤΡΟ


Με ανανεωμένη διάθεση, πιο ξεκούραστη, στεγνή και ορεξάτη, η Ιβάννα ξεχύθηκε και πάλι στους λίθινους γλιστερούς δρόμους, που μια ανέβαιναν, μια κατέβαιναν. Αυτή τη φορά η πορεία ήταν απόλυτα στοχευμένη και μόνο ανηφορική. Ο στόχος που έπρεπε να κατακτήσει ήταν η ψηλότερη κορυφή της πόλης, εκεί που βρισκόταν και το πιο ξακουστό και ιστορικό αξιοθέατο, το Κάστρο. Κάτι σαν το Έβερεστ του Αργυροκάστρου ένα πράγμα...

Βγαίνοντας ξανά στην κεντρική τη ρούγα, άκουσε μια φωνή να την καλεί με το όνομά της. Ήταν η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού με τα σουβενίρ. Ιδιαιτέρως εξυπηρετική και φιλόξενη, από μόνη της, προθυμοποιήθηκε να δώσει οδηγίες στην Ιβάννα για το πώς θα έφτανε στο Κάστρο.

Ευτυχώς η βροχή είχε κάπως κοπάσει, το τοπίο όμως ήταν ακόμα πολύ θολό και καταπώς φαινόταν, θα αργούσε ακόμα αρκετά να ξελαμπικάρει.

                Αφήνοντας πίσω τα τελευταία κτίσματα της συνοικίας του παλιού παζαριού...

                                       ...η ανηφοριά προς το Κάστρο ήταν σχεδόν ερημική.
                      Ανεβοκατέβαιναν πού και πού ελάχιστα ΙΧ, αλλά κυρίως ταξί Mercedes.


                    Aνεβαίνοντας πιο ψηλά, η θέα της πόλης γίνεται ολοένα και πιο εντυπωσιακή.
Μετά το σταυροδρόμι, όλο ζερβά...

                                                 Το τελευταίο ανηφόρι, και φτάσαμε!

                      Λίγο πριν τις πύλες του Κάστρου, με φάτσα κάρτα τα παλιά αρχοντικά,
                                το Αργυρόκαστρο, πασπαλισμένο με καταχνιά κι ομίχλη,
                                          καταπράσινο και ρουστίκ, φαντάζει μαγικό...

Welcome to the Gjirokastra Castle

Η Ιβάννα φθάνοντας στην πύλη του κάστρου, και περνώντας στον προθάλαμό του, δέχτηκε τo πρώτο καλωσόρισμα, από μια ταμπέλα στα αγγλικά:


"Welcome to the Gjirokastra Castle".

Gjirokastra castle is one of the largest fortresses in the Balkans. Perched on cliffs overlooking a principal highway, the site has occupied an important strategic position for centuries.There is evidence of a 7th century BC Iron Age settlement and a series of the 5th-6th century AD walls suggesting reoccupation after the decline of the Roman Empire. By the end of the 13th century an imposing fortress had been constructed and local feudal warlords, the Zenebishi clan, had made it their stronghold.

Ottoman occupation from 1417 saw the growth of Gjirokastra as an important administrative and commercial centre. The original medieval fortress was refashioned by Sultan Beyazid II in the 15th century. The Ottoman traveller Evliya Çelebi, who visited in 1670, described the castle as having "...long sold ramparts resembling a galley" a comparison that modern visitors still remark upon.

Ali Pasha of Tepelena (powerful Albanian ruler (pasha) of the Ottoman Empire's territory which was called "Pashalik" of Ioannina) substantially extended the castle to the south-west after 1811. He constructed an aqueduct (over 10 km long) to supply the castle with water, which was stores in giant cisterns. Some parts of it are visible today. Ali Pasha bridge, a single short span remains outside the Dunavat district of the city.

                                              Ali Pasha Teplena (Louis Dupré, 1819)

The castle continued to be used as a garrison throughout the 19th century. In the late 1920s, King Zog ordered the construction of a prison within the Catle walls. From 1944 to 1963, the communist regime used the gaol to incarcerate political opponents. Part of the prison now houses the National Museum of Armaments.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ


Η Ιβάννα πήρε στα γρήγορα μια ιδέα για την ιστορία του Κάστρου ανά τους αιώνες, διαβάζοντας την ταμπέλα, που ήταν αναρτημένη στον ημι-σκοτεινό προθάλαμο των πυλών... Δεν πρόλαβε να κάνει δυό βήματα κι αμέσως ήλθε να την προϋπαντήσει ένας άνδρας γύρω στα 55, με το τσιγάρο στο χέρι. Το πρώτο πράγμα που την ρώτησε ήταν από πού κατάγεται, βρήκαν με τη μία κοινό σημείο κι έτσι δεν άργησαν να πιάσουν την κουβέντα. Ο άνδρας -που εκτελούσε χρέη φύλακα- λεγόταν Ferdinand και μιλούσε ελληνικά γιατί είχε ζήσει χρόνια στη Νέα Μάκρη, κοντά στον Μαραθώνα. Μάλιστα μνημόνευε τη διαμονή του εκεί αναπολώντας, γιατί η θάλασσα (σε αντίθεση με το Αργυρόκαστρο) ήταν δίπλα στο σπίτι του και πήγαινε συχνά για ψάρεμα, κάτι που πλέον του ΄χε λείψει.

Η Ιβάννα υποσχέθηκε στον Frendi ότι θα τα ξανάλεγαν αργότερα. Βγάζοντας από την τσέπη της 200 λεκ, πλήρωσε το αντίτιμο του εισιτηρίου στην ταμία (που κι εκείνη, με το χαμόγελο στα χείλη, την ρώτησε από πού κατάγεται) κι έτσι συνέχισε τον διάβα της στο εσωτερικό του κάστρου. Πέρασε άλλον έναν μεγάλο μυστηριώδη ημισκοτεινό χώρο, με καμάρες και κανόνια... ώσπου εγένετο φως:



Αυτό είναι το σκοτεινό τούνελ, από το οποίο βγήκε η Ιβάννα


Τα κανόνια του Αλί Πασά

         
Η θέα, για ακόμα μια φορά, ήταν φαντασμαγορική και (πιο) πανοραμική (δε γίνεται)


Μ' αυτό το αεροπλάνο (τύπου Lockheed T33), λένε οι φήμες ότι ο Χότζα δημιούργησε ψεύτικο ντόρο, ότι ήταν τάχαμου κατασκοπευτικό των Αμερικανών και ότι το αναχαίτισαν οι Αλβανοί.
Ποια είναι η αλήθεια, κανείς δεν ξέρει...

Προσπερνώντας το μικρό αεροσκάφος, στο αριστερό μας χέρι, 
περνάμε άλλη μια πύλη...

Στο βάθος (κήπος) διακρίνεται το περίφημο Ρολόι του Κάστρου.

(Η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει...)

Τούτη εδώ η ημισφαιρική κατασκευή είναι η σκηνή (και πίστα;) του Φολκλορικού Φεστιβάλ που γίνεται ανά πενταετία στο Αργυρόκαστρο, μέσα στο Κάστρο. Το φεστιβάλ διεξήχθη πρώτη φορά το 1968, με την ευκαιρία των γενεθλίων του Ενβέρ Χότζα (η σκούφια του, ως γνωστόν, κρατάει από Αργυρόκαστρο) κι είναι ίσως το σημαντικότερο φεστιβάλ της Αλβανίας. Η ταμπέλα ξέμεινε από την προηγούμενη edition, του 2009. Η επόμενη είναι το 2014, επομένως, όσοι πιστοί προσέλθετε....


                           Λίγα λόγια για τον Πύργο με το Ρολόι, από παρακείμενη ταμπέλα:


Clock Tower

The clock tower, erected by Ali Pasha of Tepelena in the early 19th century, dominates the east end of the castle. Working on a counterbalance system, the hands revolved as several cylindrical weights descended slowly down the tower passing through holes of the cupola and floor. The clock has not worked since the First World War when the mechanism was damaged and subsequently removed.

Accurate time keeping is integral to the Muslim daily routine of prayer. From the 16th century, with the spread of European clock making skills from the Empire's western provinces, the Ottomans began to construct municipal clock towers. Sultan Abdul Hamid II (1876-1909) was a prolific clock tower builder and made them a common feature. The nearby towns of Libohova, Kardhiq and Delvina all have Ottoman clock towers.

Below the clock tower lies a series of artillery casemates. The eastern end of the castle occupies a commanding position overlooking the valley and an important gun battery was positioned here. A vaulted chamber has a series of embrasures giving fields of fire in various directions. The powder magazines are to the right of the entrance to the casemates.


                          Κοντά στο σημείο αυτό, υπήρχε άλλη μια κατατοπιστική ταμπέλα:



Northeast Panorama

1. The Wide Mountain (1789 m.)

2. River Drino Gorge. This narrow part of the valley marks the end of Gjirokastra region.

3. Tekke of the hill of Tuff. This is a 16th century Bektashi tekke with a Baba in residence.

4. Eqrem Cabej University, and the city's football stadium.

5. River Drino

6. Cajupi Peak (1536 m.) part of the Lunxhëria mountain, 2155 metres high.

7. Antigoneia, the ruined city originally founded by King Pyrrhus of Epirus and named in honour of his wife Antigone.

8. Libohova was once one of the major townships of the area and still boast elegant houses and a castle constructed on orders from Ali Pasha.



Antigoneia; Ποια πόλη να ΄ταν αυτή; Η Ιβάννα τσέκαρε αυτό το όνομα, για να το ψάξει αργότερα. Το είχε πετύχει και νωρίτερα σε άλλες ταμπέλες, στην καινούργια πόλη, αλλά και πάνω στην superstrada Κακαβιάς- Αργυροκάστρου. Συγκεκριμένα επρόκειτο για μια ταμπέλα που έγραφε Parku Archeologic Antigone, και που ευθύς εξ'αρχής της είχε κινήσει την περιέργεια...

Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΤΙΓΟΝΕΙΑ


{ Μικρό fast forward στο μέλλον }

Η Ιβάννα μπήκε στην αχανή βιβλιοθήκη της και ανοίγοντας τα κιτάπια της, διάβασε:
"Αντιγόνεια: αρχαία, ελληνιστική πόλη στη Β.Ήπειρο. Ιδρύθηκε το 274 π.Χ. από τον Πύρρο για να τιμήσει τη σύζυγό του Αντιγόνη ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το 263 π.Χ. από τον Αντίγονο Β' Γονατά (Μακεδόνα βασιλιά της δυναστείας των Αντιγονιδών, που είχε παππού τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο)". 

Η ακόμα πιο αχανής όμως βιβλιοθήκη του ίντερνετ, αποκάλυψε νέα στοιχεία και ντοκουμέντα. Η δεύτερη εκδοχή για την πατρότητα της Αντιγόνειας κατά πάσα πιθανότητα δεν στέκει, γιατί πρόκειται για μια άλλη αρχαία πόλη, με το ίδιο όνομα. Αντιγόνεια κι αυτή, που βρίσκεται κοντά στο Κιλκίς, κι όχι στη Βόρεια Ήπειρο. Υπάρχει όμως και αρχαία Αντιγόνεια στη Χαλκιδική, όπως και η Αντιγόνεια της Παιονίας. Πόσες Αντιγόνειες ίδρυσε ο Αντίγονος τελικά; 'Οποιος ξέρει, ας διαφωτίσει...

Πάντως οι δύο βασιλιάδες, που "ερίζουν" για το όνομα της Αντιγόνειας, δηλαδή ο Πύρρος της Ηπείρου κι ο Αντίγονος της Μακεδονίας, είχαν έλθει πολλές φορές σε αντιπαράθεση και συγκρούστηκαν σε πεδία μάχης. Αρχικά νικητής ήταν ο Πύρρος. Ένας ικανότατος ηγέτης,
που όμως έμεινε γνωστός στην ιστορία για την "πύρρεια νίκη" του, σε μάχη εναντίον των Ρωμαίων. Νίκη χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα.

Η Αντιγόνεια της Βόρειας Ηπείρου λοιπόν, είναι κτισμένη σε λόφο, (σε οροπέδιο, για την ακρίβεια) σε τοποθεσία με μεγάλη στρατηγική σημασία, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Αργυρόκαστρο. Η γύρω περιοχή της κοιλάδας του Δρίνου, είναι διάσπαρτη από αρχαιολογικούς τόπους και ευρήματα. Πολλά από αυτά, περιμένουν την αρχαιολογική σκαπάνη για να έλθουν στο φως.


Oι Βορειοηπειρώτες του σήμερα, τιμούν το όνομα -βαρύ σαν ιστορία- της αρχαίας Αντιγόνειας, χρησιμοποιώντας το ακόμα και στις ονομασίες των φαστφουντάδικων του 21ου αιώνα...

ΤΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΦΑΓΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΤΩΝ


Η επίσκεψη στο Κάστρο έληξε και βρήκε την Ιβάννα να κατηφορίζει σκεπτική, έχοντας πλέον εξαντλήσει κάθε τι το ενδιαφέρον για την πόλη (τουλάχιστον απ' τα όσα λίγα ήξερε, μέχρι τότε).
Η πείνα, η -άλλοτε και πάντοτε- ενοχλητική και απαιτητική, άρχισε να την τσιγκλάει επίμονα...όμως αυτή τη φορά αποδείχθηκε ωφέλιμη, δίνοντας μια διέξοδο στην ανία της Ιβάννα και μια πρόφαση για να την κάνει να συνεχίσει την εξερεύνηση, λίγο ακόμα.
Ξανά στους δρόμους λοιπόν, του παλαιού παζαριού, σε αναζήτηση κάποιου φιλόξενου καπηλειού ή έστω ενός τυροπιτομπουγατσοπωλείου.

Ήταν η ώρα του μεσημεριανού γεύματος, μεσημέρι προς απόγευμα, και περνώντας κολλητά από τα παραθυράκια των σπιτιών, οι μυρωδιές από τα αχνιστά τσουκάλια των νοικοκυριών, άνοιγαν ακόμα περισσότερο την όρεξη. Σίγουρα επρόκειτο για χωριάτικου στυλ σπεσιαλιτέ, με αρκετά σκόρδα και μυρωδικά. Δυστυχώς όμως, η Ιβάννα έμεινε με την όρεξη, γιατί δεν κατόρθωσε να εντοπίσει το καπηλειό των ονείρων της (που πολύ πιθανόν και να υπήρχε, αλλά δεν το έψαξε και πολύ διεξοδικά). 'Ετσι απορρίπτοντας κάτι τυροπιτάδικα, που δεν είχαν και τόσο cozy χώρο για να αράξεις, προτίμησε να επισκεπτεί μια αλβανικού τύπου πιτσαρία, που στην εισοδό της πληροφορούσε το κοινό ότι "we speak English".

Εκεί διαπίστωσε ότι ο μάστορας μιλούσε όχι μόνο αγγλικά, αλλά και λίγα ελληνικά. Δεν υπήρχε ποικιλία στο μενού, μόνον προϊόντα ζύμης, γι' αυτό και η Ιβάννα περιορίστηκε σε ένα πεϊνιρλί, που ήταν ναι μεν γευστικό, αλλά όχι κάτι αλησμόνητο. To μετάνιωσε πάντως μετέπειτα, γιατί αντί να προτιμήσει μια τοπική μπυρίτσα Korça , ήπιε αναψυκτικό. Η μπύρα αυτή πρέπει να ήταν η πιο αγαπημένη μπύρα στην περιοχή, πιθανότατα και σε ολόκληρη τη Βόρεια Ήπειρο, γιατί η Ιβάννα την αντίκριζε συνεχώς σε μίνι μάρκετ και χώρους εστίασης, σε περίοπτη θέση.


Η μπύρα Korça, όπως αποδείχτηκε τελικά μετά από έρευνα, είναι δημοφιλέστατο προϊόν της πόλης της Κορυτσάς. Παράγεται εκεί από το 1928, στο πρόσφατα ανακαινισμένο εργοστάσιο, το καμάρι της εταιρείας (το οποίο μάλιστα είναι ανοικτό στο κοινό και προσφέρει ξενάγηση στις σύγχρονες εγκαταστάσεις του).

Απ'ό,τι φαίνεται η διοίκηση της ζυθοποίας Korça είναι ιδιαιτέρως δραστήρια, γιατί εκτός από ξεναγήσεις, διοργανώνει από το 2007 και έκτοτε κάθε χρόνο, την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, το Korça Beer Fest. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ-σταθμό στα καλοκαιρινά δρώμενα της Αλβανίας, για μια γιορτή μπύρας με ελεύθερη είσοδο για όλους, που προκαλεί πανζουρλισμό, ένα φεστιβάλ που ροκάρει ασύστολα, με τον ζύθο και τη μουσική να ρέουν σε αφθονία...

ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ CAJUPI

Mετά το κυρίως πιάτο, ήλθε και η ώρα του επιδορπίου. Το φαγητό της πιτσαρίας ήταν νόστιμο, αλλά το μενού δεν περιείχε γλυκά. Όμως και στη γύρω περιοχή, ό,τι θύμιζε ή παρέπεμπε σε ναό της ζαχαροπλαστικής, δεν ήταν εκείνη την ώρα ανοικτό για το κοινό. Η Ιβάννα τότε είπε να παίξει το δυνατό της χαρτί, που δεν ήταν άλλο από το μοναδικό 4άστερο ξενοδοχείο του Αργυροκάστρου, το Hotel Cajupi. Εκεί δε μπορεί, θα υπήρχε σίγουρα ένας άνετος χώρος να προσαράξει, στο lobby ή στο καφέ του ξενοδοχείου.

                                       Το τετραώροφο κιτρινωπό κτίριο του ξενοδοχείου,
                                            διακρίνεται ακριβώς κάτω από το Κάστρο.


Μπαίνοντας στο ξενοδοχείο, κοντά στη ρεσεψιόν, της τράβηξε αμέσως την προσοχή ένας χώρος που μισοφαινόταν, όμως εκείνη την ώρα ήταν κλειστός. Απ' όσο μπόρεσε να διακρίνει η Ιβάννα, η διακόσμησή του φαινόταν παραδοσιακή, βαριά, με τοιχογραφίες και έπιπλα σε στυλ λαϊκής τέχνης, ξύλινη επένδυση στους τοίχους και κόκκινα χαλιά. Αν και ο χώρος αυτός -που μάλλον ήταν η σάλα του πρωινού- της άρεσε πολύ, ανέβηκε υποχρεωτικά στον τελευταίο όροφο, όπου βρισκόταν η καφετέρια.

Εκεί το περιβάλλον ήταν εντελώς διαφορετικό, σε ανοικτούς, κιτρινοπράσινους χρωματισμούς, ευρύχωρο και φωτεινό. Υπήρχαν τραπέζια εστιατορίου και πιο πέρα το καφέ-μπαρ. Στο χώρο αυτό η Ιβάννα ένιωσε αμέσως πολύ οικεία, γιατί το προσωπικό μιλούσε πολύ καλά ελληνικά. Έτσι, δε δυσκολεύτηκε στο να διαλέξει ανάμεσα στα γλυκά που υπήρχαν. Το ένα από αυτά εξωτερικά έμοιαζε με ρυζόγαλο, ήταν φτιαγμένο από γάλα προβάτου αλλά περιείχε και σύκα. Ξερά ή φρέσκα; Ενδιαφέρων συνδυασμός όμως η Ιβάννα τίμησε ένα άλλο γλυκό ταψιού, που της σύστησε ο μπάρμαν, και δεν το μετάνιωσε: εκ πρώτης όψης έμοιαζε με κρέμα καραμελέ, όμως το εσωτερικό του ήταν πολύ μαλακό και υγρό κέικ, περίπου σαν την βάση του τιραμισού. Ήταν πράγματι γλυκά που δεν είχε ξανασυναντήσει πουθενά! Με αυτή την όμορφη, γλυκιά συντροφιά, και συνοδεία καφέ φίλτρου σε αφθονία, την περίμενε μια ακόμα πιο ευχάριστη έκπληξη: μια υπέροχη, γυαλιστερή, απαστράπτουσα, πρωτόγνωρη μέχρι τότε (λόγω θολούρας), θέα του Αργυροκάστρου!


ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΠΟΛΗΣ (δεύτερο μέρος)


Να η ευκαιρία για μια χωνευτική πλέον βόλτα, δίχως το εμπόδιο της βροχής αυτή τη φορά. Πρώτη στάση στην μεγάλη βεράντα, ενός κλειστού μαγαζιού. Είχε θέα, στο πιάτο, το μοναδικό τζαμί της πόλης, που κατάφερε να επιβιώσει από την καταστροφική μανία του καθεστώτος Χότζα.

  Στα αριστερά διακρίνεται το τζαμί,ενώ στα δεξιά, κάποιο από τα περίφημα-πυργόσπιτα της πόλης.

                                                     Άποψη της γύρω περιοχής.

Άλλο ένα πέρασμα από το παλιό παζάρι. 

Άκρως εντυπωσιακό το θέαμα των χιονισμένων βουνών, Μάιο μήνα!

                         Όπως λέει κι ο σοφός λαός (και μάλλον όχι μόνο στην Ελλάδα),
                                                    "χέσε ψηλά κι αγνάντευε"


Μετά από 5 ώρες στην παλιά πόλη, η Ιβάννα το πήρε πια απόφαση ότι ήλθε η ώρα να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Κοίταξε τριγύρω της για τελευταία φορά το όμορφο ιστορικό κέντρο, προσπαθώντας να αποτυπώσει για πάντα στη μνήμη της τις εικόνες, την αύρα και τα vibes του Αργυροκάστρου. Πήρε τις τελευταίες βαθιές εισπνοές παγερού, πεντακάθαρου αέρα, ατενίζοντας τον ορίζοντα...
Σίγουρα υπό άλλες συνθήκες, σε κάποια άλλη εποχή του χρόνου, το σκηνικό που θα αντίκριζε θα ήταν πολύ διαφορετικό, πιθανότατα με περισσότερη κίνηση και ζωντάνια στους δρόμους. Μ' αυτή τη σκέψη, υποσχέθηκε στον εαυτό της, ότι κάπως, κάποτε, θα επανερχόταν σε τούτη την πόλη, για να το δει το νόμισμα κι από την άλλη του την πλευρά. Γι'αυτό κι έβαλε βαθιά το χέρι στην τσέπη, άρπαξε ένα κέρμα και το πέταξε με δύναμη στον γκρεμό μπροστά της, αναφωνώντας: Arrivederci Αργυρόκαστρο!